Off-Road.gr

Θέματα Forums Αρχεία

  · Κεντρική σελίδα

Επιλογές
· Θέματα
· Κορυφαία άρθρα
· Αγγελίες
· Αναζήτηση

-------------------------
· Συζητήσεις - Forums
· Downloads
· Σύνδεσμοι
· Λέσχες
 


Web Links
  · NoraStudio.gr
· Motobet
· Nora Agapi - Photographer
· TheWorldOffRoad.com
· Νάουσα Ημαθίας
· Qashqai Club
· Η ιστοσελίδα των Μεθάνων
· Σύλλογος Τετρακίνησης Μαγνησίας
· JimnyClub.gr
· MotoRidersClub
 

 
RainForest Challenge 2005: Υπέρτατη Off-Road δοκιμασία - Μέρος τρίτο


Rain Forest Challenge 2005Τρίτο μέρος:
Η 1/12 μας βρήκε να περιμένουμε την αναφορά των X-Men.
Τα νέα δεν ήταν ενθαρρυντικά.
Η κατάσταση στην «ζώνη του λυκόφωτος» ήταν πολύ άσχημη. Η κυκλική αυτή διαδρομή των 80 km είχε γίνει πρακτικά αδιάβατη.
Ακόμα και η απλή διάσχιση της θα ήταν ένας άθλος για αυτούς που θα το τολμούσαν.
Πόσο μάλλον να κάνουν και ειδικές μέσα σε αυτήν την αφιλόξενη μεριά της τροπικής ζούγκλας, που μαζί με το δάσος μπαμπού - Bamboo Forest – που περιέχει, είναι επίσης γνωστή και με το όνομα  «To Hell and Back» – Ταξίδι στην κόλαση και πίσω....





Διαβάστε το πρώτο μέρος.
Διαβάστε το δεύτερο μέρος.

Μετά από σύντομη σύσκεψη ο Luis J.A.Wee μας ανακοίνωσε ότι οι αγωνιζόμενοι θα περνούσαν την σημερινή μέρα προσπαθώντας να εισέλθουν στην απομονωμένη αυτή περιοχή και να διανύσουν όσο περισσότερα χιλιόμετρα ήταν δυνατόν πριν πέσει η νύχτα, με στόχο από αύριο να άρχιζαν ξανά οι ειδικές μέσα σε αυτήν.  Όλες οι ειδικές της σημερινής ημέρας ακυρώνονται.

Μας επισήμανε ότι θα ήταν αδύνατον να περάσει το δικό μας τεράστιο κομβόι από τα στενά μονοπάτια. Το σημαντικότερο πρόβλημα ήταν πως δεν υπάρχει η δυνατότητα προσπέρασης. Όταν κάποιο αυτοκίνητο κολλήσει, όλο το κομβόι θα πρέπει να σταματήσει και να περιμένει.
Έτσι αποφασίσαμε το δημοσιογραφικό κομβόι να πάρει την αντίθετη κατεύθυνση από τους αγωνιζόμενους και να τους συναντήσουμε κάπου μετά το Bamboo Forest, ακολουθώντας φορά αντίθετη από του αγώνα.
Ένα στενό μονοπάτι είναι η διαδρομή, κάποια στιγμή μέσα στις επόμενες 2 μέρες θα συναντιόμαστε!

Η πορεία προς το Bamboo Forest ήταν σχετικά εύκολη.
Ο καιρός ήταν καλός (ελάχιστη βροχή το μεσημέρι), και το έδαφος βατό. Τα πρώτα χιλιόμετρα τα καλύψαμε γρήγορα. Σύντομα όμως αντιμετωπίσαμε ένα άλλο πρόβλημα:
Οι πλημμύρες της προηγούμενης εβδομάδας είχαν φουσκώσει τα ποτάμια και το χειρότερο είχαν καταστρέψει τις όχθες τους, αφού τις μετέτρεψαν σε λασποπαγίδες.

Όταν συναντήσαμε τον ποταμό Sg Puah, απογοητευτήκαμε. Η γέφυρα από κορμούς που είχε κατασκευάσει ο στρατός πριν από λίγες εβδομάδες είχε καταστραφεί. Η μανία του νερού είχε παρασύρει ακόμα και το κομμάτι της όχθης που στήριζε την αρχή της.
Να φτιάξουμε καινούργια ούτε κουβέντα: το μήκος της ήταν πάνω από 30 μέτρα και θα χρειαζόμαστε μέρες.
Το νερό κυλούσε ορμητικό και η διάβαση του ποταμού χωρίς γέφυρα ήταν αδύνατη. Αποφασίσαμε να κινηθούμε κατά μήκος του, με την ελπίδα να βρούμε κάποιο σημείο με ρηχά νερά όπου θα μπορούσαμε να τον διασχίσουμε.

Το απόγευμα βρήκαμε τελικά ένα σχετικά βατό σημείο διάσχισης.
Το βάθος του νερού δεν ήταν απαγορευτικό, το ρεύμα δεν ήταν πολύ δυνατό και η μέρα έφτανε στο τέλος της. Έπρεπε να το τολμήσουμε άμεσα.Οι εργάτες πήραν φωτιά!
Οι όχθες ήταν γεμάτες παχιά λάσπη. Όταν πέρασαν τα δύο πρώτα αυτοκίνητα τις κατέστρεψαν σε τέτοιο βαθμό που το τρίτο έμεινε μέσα στο ποτάμι χωρίς να είναι δυνατόν να πάει ούτε μπροστά αλλά ούτε πίσω!



Μετά από προσπάθειες 2 ωρών καταφέραμε τελικά να το τραβήξουμε πίσω, έξω από το νερό.
Φυσικά ούτε λόγος να περάσουν και τα υπόλοιπα 40 τετρακίνητα!

Το βράδυ μας βρήκε με 2 αυτοκίνητα στην απέναντι όχθη και τα υπόλοιπα μισοκολλημένα στις λάσπες της όχθης που βρισκόμαστε!
Συνεδρίαση λοιπόν. Αποφασίσαμε να κατασκηνώσουμε σε ένα βολικό σημείο λίγο πιο πάνω και αύριο... βλέπουμε. Όσοι είχαν περάσει το ποτάμι, εγκατέλειψαν τα αυτοκίνητα τους και ήρθαν να περάσουν την νύχτα μαζί μας.

Το bivouac στο RFC είναι υποτυπώδες:
Τα αυτοκίνητα τοποθετούνταν το ένα κοντά στο άλλο και ανάμεσα τους δένονταν οι μουσαμάδες που μας προστάτευαν από την βροχή. Κάτω από αυτούς τοποθετούσαμε τα ράντζα που κοιμόμαστε.
Φυσικά όλοι είμαστε εφοδιασμένοι με τις απαραίτητες κουνουπιέρες και αντικουνουπικά «φιδάκια».
Κατά την διάρκεια της νύχτας, όλα τα προσωπικά αντικείμενα έπρεπε να κρεμιούνται σε απόσταση από το έδαφος, αφού το έδαφος ήταν λασπωμένο, ενώ κάποιες φορές ξυπνώντας νωρίς το πρωί, ανακαλύψαμε ότι κάτω από τα κρεβάτια μας πέρναγαν ρυάκια νερού.

Η βροχή άρχιζε κάθε βράδυ γύρω στις 22:00 και σταματούσε στις 04:00 τα ξημερώματα. Όλες τις νύχτες που πέρασα στην ζούγκλα έβρεξε! Σχεδόν πάντα τις ίδιες ώρες.

Ακόμα και με καταρρακτώδη βροχή τα κουνούπια δεν απομακρύνονταν από γύρω μας. Μας κρατούσαν συντροφιά όλη την νύχτα. Η κουνουπιέρα αποτελούσε την μοναδική αποτελεσματική προστασία.

Τα ξημερώματα της 2ας Δεκεμβρίου είχαμε και ακόμα έναν απρόσκλητο επισκέπτη.
Κάποιο αιλουροειδές μας ξεσήκωσε από τα κρεβάτια, αφού έκανε θόρυβο ψάχνοντας τα σκουπίδια μας. Το έδιωξαν οι ντόπιοι οδηγοί μας με φωνές. Το είδα φευγαλέα μέσα στο σκοτάδι να απομακρύνεται φοβισμένο. Κάποιο είδος πάνθηρα μάλλον....





Στις 2/12 ανακαλύψαμε ότι η ραδιοεπικοινωνία με το κομβόι των αγωνιζομένων και των X – Men ήταν αδύνατη.
Έτσι δεν ξέραμε αν συνέχιζαν, που βρισκόντουσαν και αν θα συναντιόμαστε σύντομα.
Από την άλλη μεριά και εμείς είμαστε ακινητοποιημένοι. 2 αυτοκίνητα στην μια πλευρά του ποταμού και καμιά 40αριά στην άλλη.

Ξαφνικά ακούσαμε τον ήχο ελικοπτέρου. Ένα ελικόπτερο του στρατού έκανε μερικούς κύκλους και στην συνέχεια προσγειώθηκε σε ένα ξέφωτο, λίγο πιο πέρα από την κατασκήνωση μας. Από μέσα κατέβηκε ο Luis J.A.Wee και μας ενημέρωσε για την κατάσταση:
Οι αγωνιζόμενοι συνέχιζαν με δυσκολία την διαδρομή και βρισκόντουσαν κάπου μέσα στην περιοχή «Terminator» με προορισμό το Δάσος των Μπαμπού. Κάποια μηχανικά προβλήματα σε ορισμένα αυτοκίνητα αντιμετωπίζονταν επιτόπου. Οι X – Men ήταν μαζί τους.
Η σημερινή και η αυριανή μέρα θα περιελάμβανε 3 ειδικές. Τα οχήματα των κριτών που θα έστηναν τις αυριανές ειδικές αναμένονταν λίγο αργότερα. Θα περνούσαν από εδώ και θα περνούσαν το ποτάμι με σκοπό να φτάσουν στο Δάσος των Μπαμπού.

Το κομβόι των δημοσιογράφων αναγκαστικά θα έμενε εδώ, περιμένοντας τους αγωνιζόμενους που αναμένονταν αύριο αργά το βράδυ. Ο ποταμός Sg Puah δυστυχώς δεν μας επέτρεπε να συνεχίσουμε.

Μετά από μια σύντομη σύσκεψη, αποφασίσαμε να εκμεταλλευτούμε το γεγονός ότι  χθες είχαν περάσει 2 αυτοκίνητα στην άλλη όχθη.
Σχηματίσθηκε μια ομάδα από 8 εθελοντές (2 οδηγούς και 6 δημοσιογράφους) που θα συνέχιζε με τα 2 οχήματα με σκοπό να ...πάει όσο πιο μακριά κατάφερνε, μέσα στην «ζώνη του λυκόφωτος». Φυσικά ήμουν και εγώ μέσα....

Αποστολή μας η ανίχνευση του δρόμου, το μαρκάρισμα με κορδέλες στις διασταυρώσεις για να διευκολυνθούν οι κριτές και οι αγωνιζόμενοι την αυριανή μέρα και φυσικά η συνάντηση μαζί τους αν καταφέρναμε να προχωρήσουμε τόσο πολύ.
Πήρε ο καθένας στον ώμο ένα σακίδιο με τα απαραίτητα, περάσαμε το ποτάμι με προσοχή να μην βραχεί ο φωτογραφικός εξοπλισμός και επιβιβαστήκαμε στα αυτοκίνητα.


Είμαστε μια περίεργη ομάδα που αποτελούταν από δύο ντόπιους, έναν Ινδό, έναν Ρώσο, έναν Πορτογάλο, έναν Κινέζο, έναν Μεξικάνο και έναν Έλληνα.
Τα αυτοκίνητα ήταν ένα Mitsubishi Pajero και ένα Toyota Land Cruiser.

Από την αρχή χρειάστηκε να δουλέψουμε τους εργάτες για να απεγκλωβίσουμε τα οχήματα από την λασπώδη όχθη και να βγούμε στο στον δρόμο που οδηγεί στην περιοχή «Terminator» όπου λογικά βρισκόντουσαν οι αγωνιζόμενοι.

Το έδαφος ήταν σχετικά καλό στην αρχή, με κανονικό δρόμο που άνετα χωρούσε τα αυτοκίνητα και λίγες διασταυρώσεις, τις οποίες τσεκάραμε πεζοί μία –μία. Τοποθετούσαμε σημάδια που θα βοηθούσαν το κομβόι των αγωνιζομένων (που θα ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση) να πάρει τον σωστό δρόμο. Όχι ότι υπήρχε κίνδυνος να χαθούν. Σε όλες οι διασταυρώσεις οι λάθος δρόμοι ήταν αδιέξοδα και συνήθως σταματούσαν μετά από μερικές εκατοντάδες μέτρα.

Σε μια τέτοια διασταύρωση βρεθήκαμε πεζοί, 600 περίπου μέτρα από το αυτοκίνητο, 3 άτομα να κοιτάμε τις πατημασιές μιας τίγρης που είχε περάσει από το σημείο που στεκόμαστε, πριν από λίγα μόλις λεπτά!

Αποφασίσαμε να συνεχίσουμε την εξερεύνηση εποχούμενοι και γρήγορα γυρίσαμε στην ασφάλεια του αυτοκινήτου. Πυροβόλα όπλα είχαν μόνο οι άντρες της αστυνομίας που μας συνόδευαν και επέβαιναν σε ένα από τα αυτοκίνητα της διοργάνωσης. Επίσης μια-δυο κυνηγετικές καραμπίνες είχαν κάποιοι από τους οργανωτές. Κανένας από τους παραπάνω δεν ήταν μαζί μας τώρα!

Στην ενημέρωση πριν τον αγώνα μας είχαν προειδοποιήσει για τα επικίνδυνα είδη που ζούσαν στην ζούγκλα της Μαλαισίας. Από τα αιλουροειδή το πιο επικίνδυνο για τον άνθρωπο είναι η τίγρης. Άλλωστε είναι προστατευόμενο είδος και η θανάτωση του τιμωρείται με θάνατο. Ότι και να γίνει βγαίνεις χαμένος δηλαδή!

Οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι προέρχονται από τα πολλά δηλητηριώδη είδη φιδιών, τις δηλητηριώδεις αράχνες, τον λευκό σκορπιό και τους εξαγριωμένους ελέφαντες.

Οι οδηγίες από την διοργάνωση σαφείς:
•    Πάντα ελέγχουμε παπούτσια και ρούχα πριν τα φορέσουμε.
•    Όταν περπατάμε φροντίζουμε να κάνουμε φασαρία για να απομακρυνθούν τα φίδια.
•    Δεν πλησιάζουμε ελέφαντες όταν έχουν μικρά μαζί.
•    Αν υποπτευόμαστε ότι υπάρχουν αιλουροειδή στην περιοχή, δεν βγαίνουμε από τα αυτοκίνητα.
•    Όταν βρισκόμαστε κοντά ή μέσα σε ποτάμια προσέχουμε για κροκόδειλους και νερόφιδα, ειδικά κατά την διάρκεια της νύχτας μπορεί να γίνουν πολύ επιθετικά.
•    Τέλος για προστασία από τις βδέλλες και τα έντομα πρέπει πάντα να φοράμε καπέλο και αν είναι δυνατόν μακρυμάνικα ρούχα.

Κατά την διάρκεια της παραμονής μας στην ζούγκλα είδαμε ελέφαντες, διάφορα είδη από πιθήκους, φίδια, δηλητηριώδεις αράχνες καθώς και ένα ιγκουάνα.

Είδα τα ίχνη από διάφορα αιλουροειδή (το πιο εντυπωσιακό ήταν της τίγρης), από αρκούδα, από κροκόδειλο και πάμπολλα από ελέφαντες.
Γενικά τα μόνα προβλήματα που αντιμετωπίσαμε προέρχονταν από τα έντομα (τσιμπήματα) και τις βδέλλες.
Ειδικά οι τελευταίες ήταν παντού: Στην πυκνή βλάστηση (σου κολλούσαν όταν περπατούσες), έπεφταν από τα δέντρα, μέσα στα νερά των ποταμών (τις παρέσυρε το ρεύμα). Όλοι αναγκαστήκαμε να τις ξεκολλήσουμε από πάνω μας. Προσωπικά κάπου 10 από δαύτες.
Πάντως ζώντας μέσα σε τροπική ζούγκλα, με ένα πράγμα πρέπει να συμβιβαστείς:

Κάθε στιγμή θα έχεις πάνω σου κάποιο έντομο
. Είναι τόσα πολλά και σε τόσο μεγάλη ποικιλία και μεγέθη που δεν μπορείς να τα αποφύγεις με κανέναν τρόπο.
Τα περισσότερα δεν τσιμπάνε οπότε απλώς μαθαίνεις να τα ανέχεσαι μέσα στο στόμα σου, στα ρουθούνια σου και στα μαλλιά σου!!!
     





Τρία περίπου χιλιόμετρα μετά τον ποταμό Sg Puah συναντήσαμε ακόμα ένα ποτάμι το οποίο διασχίσαμε χωρίς ευτυχώς να χρειαστεί να δουλέψουμε εργάτες.
Το έδαφος άρχισε να δυσκολεύει, με εμφανή τα σημάδια των καταστροφικών πλημμύρων. Τεράστια νεροφαγώματα, γλιστερή λάσπη, και πολλά πεσμένα δέντρα.

Ταυτόχρονα ο δρόμος άρχισε να μετατρέπεται σε μονοπάτι μέσα σε πυκνή βλάστηση που διακοπτόταν από σαρίσματα.
Δεν αργήσαμε να συναντήσουμε το πρώτο εμπόδιο που είχε την μορφή νεροφαγώματος που ήταν αδύνατον να παρακαμφθεί. Με ομαδική δουλειά σε λιγότερο από μία ώρα το είχαμε περάσει, κατασκευάζοντας μια πρόχειρη γέφυρα από κορμούς.

Συνεχίσαμε με όλο και πιο αργό ρυθμό λόγω της κακής κατάστασης του δρόμου.
Όλο και πιο συχνά κολλούσαμε στην λάσπη και έπρεπε να τραβήξουμε με εργάτη ή να σπρώξουμε.
Τα χιλιόμετρα καλύπτονταν ένα – ένα με όλο και περισσότερη προσπάθεια.
Ο καιρός δεν βοηθούσε. Ενώ το πρωί ξεκίνησε με λιακάδα, γρήγορα μαζεύτηκαν σύννεφα και δεν άργησε να ξεσπάσει ακόμα μια τυπική, μεσημεριάτικη τροπική  καταιγίδα που γέμισε το έδαφος ρυάκια νερού και μείωσε την ορατότητα δραματικά.
Μετά το γύρισε στην επίσης τυπική, συνεχής δυνατή βροχή σε συνδυασμό με έντονη ζέστη.

Το απόγευμα μας βρήκε μούσκεμα ως το κόκαλο, με τα πόδια βουτηγμένα ως το γόνατο στην λάσπη να κοιτάζουμε ήδη κουρασμένοι την νέα πρόκληση που έπρεπε να αντιμετωπίσουμε: Το δάσος μπαμπού.

Είχαμε καλύψει 6 μόλις χιλιόμετρα από την κατασκήνωση και είχαμε φτάσει στο περίφημο δάσος που αποτελούταν από μεγάλα δέντρα μπαμπού.
Το πρόβλημα ήταν ότι η βλάστηση στις παρυφές του μονοπατιού, το κάλυπτε με κορμούς μπαμπού.
Αναγκαστικά περπατούσαμε μπροστά και καθαρίζαμε την πορεία με τις ματσέτες (μακριά μαχαίρια που τα χρησιμοποιούν σαν τσεκούρια), μια διαδικασία ιδιαίτερα αργή και επίπονη. Ευτυχώς οι οδηγοί μας δεν έδειξαν να στενοχωριούνται για τις ανατριχιαστικές γρατσουνιές που έκαναν στο χρώμα των αυτοκινήτων τους οι κομμένοι κορμοί των μπαμπού!

Μετά από ένα περίπου χιλιόμετρο νέα δυσκολία: Το μονοπάτι ανηφόριζε έντονα και το έδαφος αποτελούταν από λάσπη. Όχι καλός συνδυασμός.
Αποτέλεσμα, για μια ανηφόρα 200 μέτρων χρειαστήκαμε μία ώρα για να περάσουμε ένα – ένα τα αυτοκίνητα με μια ακραία μέθοδο:

Ο οδηγός έπαιρνε όση περισσότερη φόρα ήταν δυνατό και χωρίς να λογαριάζει γρατσουνιές και πιθανές μικροζημιές στο αμάξωμα, ανέβαινε «αέρα» όσο πιο μακριά κατάφερνε στο ανηφορικό μονοπάτι, μέχρι να κολλήσει. Αμέσως τοποθετούσαμε τάκους στους πίσω τροχούς για να μην γλιστρήσει προς τα πίσω.
Στην συνέχεια με τον εργάτη και το απαραίτητο σπρώξιμο, τραβούσαμε το αμάξι για μια απόσταση ίση με το μήκος του συρματόσχοινου. Ξανά τάκοι και νέο σημείο αγκίστρωσης.
4 διαδοχικές αγκιστρώσεις για το κάθε αυτοκίνητο. Ενδιάμεσα στάσεις για να κρυώσουν οι εργάτες.


Μετά το τέλος της ανηφόρας αυτής κάναμε περίπου 500 μέτρα για να ανακαλύψουμε ότι ακολουθούσε μια παρόμοια. Περπατήσαμε μετά από αυτήν και πέσαμε σε μια τρίτη που στο μέσον της είχε και στροφή 90 μοιρών. Εν τω μεταξύ το φως είχε λιγοστέψει καθώς η μέρα έφτανε στο τέλος της.

Αποφασίσαμε να «σαλπίσουμε» υποχώρηση. Δεν είχαμε δυνάμεις να προχωρήσουμε πιο μέσα στην «ζώνη του λυκόφωτος».

Προσπαθήσαμε να επικοινωνήσουμε μέσω ασυρμάτου με τους αγωνιζόμενους αφού λογικά δεν θα έπρεπε να μας χωρίζει μεγάλη απόσταση. Μετά από λίγο τα καταφέραμε και πληροφορηθήκαμε ότι είχαν καθυστερήσει και με τον ρυθμό που κινιόντουσαν θα έφταναν στο σημείο που βρισκόμαστε το απόγευμα της επόμενης μέρας. Τουλάχιστον για αυτούς το συγκεκριμένο κομμάτι της διαδρομής (που δυσκόλεψε εμάς τόσο) θα ήταν κατηφόρα!

Δεν είχαμε μαζί εφόδια για να περάσουμε 24 ώρες εδώ και να τους περιμένουμε, άλλωστε δεν είχαμε επικοινωνία με το bivouac και θα ανησυχούσαν αν δεν γυρνούσαμε ως τα ξημερώματα.
Πήραμε λοιπόν τον δρόμο της επιστροφής.

Στο κατέβασμα της λασπωμένης ανηφόρας που μας παίδεψε τόσο, το Pajero γλίστρησε στην άκρη του δρόμου και «κάθισε» σε μια συστάδα δέντρων. Το τραβήξαμε με προσοχή με τον εργάτη του Toyota. Μας καθυστέρησε πάνω από μισή ώρα και δεν αποφύγαμε μια βουλιαγμένη πόρτα.

Η επιστροφή μας συνεχίστηκε μέσα στο σκοτάδι πια, χωρίς απρόοπτα. Μια φορά μόνο χρειάστηκε να χρησιμοποιήσουμε εργάτες (στην όχθη ενός ρέματος) για να ανακαλύψουμε ότι η μπαταρία του Pajero δεν είχε πολύ μέλλον. Οι δυνατοί προβολείς (απαραίτητοι την νύχτα στο δάσος) σε συνδυασμό με την συχνή χρήση εργάτη την είχαν «ξελιγώσει».

Σβήσαμε τους έξτρα προβολείς και συνεχίσαμε, φτάνοντας όμως στο πρώτο ποτάμι το μετανιώσαμε αφού λόγω του κακού φωτισμού αλλά και της υπερβολικής αυτοπεποίθησης του οδηγού το Pajero βούτηξε στα βαθιά και πήρε νερό στον κινητήρα. Πρόλαβε και τον έσβησε πριν γίνει ζημιά.
Το snorkel μάλλον ήταν διακοσμητικό....
Ο οδηγός δεν περίμενε να περπατήσουμε μέσα στο ποτάμι για να βρούμε το πιο ρηχό σημείο διάσχισης. Χάραξε λοιπόν πορεία κατευθείαν μέσα σε μια βαθιά τρύπα με αποτέλεσμα να το βουτήξει ως τα τζάμια. Και να σκεφτείς ότι το ίδιο ποτάμι το είχαμε περάσει πριν 10 ώρες με άνεση. Δεν πρέπει ποτέ να υποτιμάς την ζούγκλα!

Νέα καθυστέρηση λοιπόν. Τραβήξαμε το αυτοκίνητο στα ρηχά, αφαιρέσαμε το νερό από το φίλτρο αέρα, κάναμε την προσευχή μας και προσπαθήσαμε να βάλουμε εμπρός.
Μετά από μερικές προσπάθειες και με την βοήθεια της μπαταρίας του Toyota ευτυχώς πήρε και φαινόταν να δουλεύει κανονικά.
Όταν ετοιμαζόμαστε να φύγουμε ακούσαμε τον ήχο αυτοκινήτων που πλησιάζουν.

Ήταν οι κριτές που ακολουθώντας τα χνάρια μας πήγαιναν να στήσουν την αυριανή ειδική στο δάσος των μπαμπού.
Μας είδαν μέσα στο ποτάμι και μπήκαν και αυτοί και σταμάτησαν δίπλα μας. Είχαν ξαφνιαστεί αφού δεν περίμεναν να μας συναντήσουν εδώ.
Βγήκαμε όλοι από τα αυτοκίνητα και χαιρετηθήκαμε, μας έδωσαν σοκολάτες και τους δώσαμε τσιγάρα. Μείναμε εκεί για πάνω από 20 λεπτά.
Ήταν μια περίεργη σκηνή του RFC 2005 που χαράχτηκε στην μνήμη μου:
4 τετρακίνητα και 15 άντρες, αργά την νύχτα, μέσα σε ένα ποτάμι στην μέση του πουθενά, με τα πόδια βουτηγμένα ως τα γόνατα στο νερό να γελούν πειράζοντας τον Πι-Κα-Τσου (το παρατσούκλι του οδηγού που προσπάθησε να μάθει το Pajero νυχτερινό μπάνιο).
Η κούραση, η ένταση και το άγχος της ημέρας εξαφανίστηκαν με μιας!



Μας έμεναν πια 3-4 χιλιόμετρα ως το bivouac και η επικοινωνία μέσω ασυρμάτου είχε αποκατασταθεί. Μας περίμεναν όλοι ξύπνιοι. Ακόμα και ο μάγειρας που μας  ζέσταινε φαγητό.
Τελευταίο εμπόδιο ήταν η πρόχειρη γέφυρα που είχαμε φτιάξει το πρωί και που μετά το πέρασμα των αυτοκινήτων των κριτών είχε καταστραφεί. Βαρεθήκαμε να την ξαναφτιάξουμε και απλώς ρίξαμε τους κορμούς μέσα στο αυλάκι και με την βοήθεια των εργατών περάσαμε.
Φτάσαμε στο σημείο εκκίνησης, στον ποταμό Sg Puah τις πρώτες πρωινές ώρες. Με απογοήτευση είδαμε πως το ποτάμι είχε φουσκώσει ακόμα πιο πολύ από το πρωί.

Δεν θα ήταν ασφαλές να προσπαθήσουμε να το διασχίσουμε με τα αυτοκίνητα μέσα στην νύχτα. Αποφασίσαμε να το περάσουμε με τα πόδια και όταν κάποια στιγμή τις επόμενες ημέρες έπεφτε η στάθμη του νερού θα περνούσαμε και τα αυτοκίνητα. Παρκάραμε σε ασφαλές σημείο στην όχθη και κατεβήκαμε στο νερό.
Ευτυχώς το ρεύμα του ποταμού δεν φαινόταν πολύ δυνατό. Όλοι όμως κοιτούσαμε νευρικά τριγύρω για κροκόδειλους, αφού είναι νυχτερινοί θηρευτές.
Με τα σακίδια στην ανάταση περάσαμε όλοι μαζί στην απέναντι πλευρά. Το ύψος του νερού στο βαθύτερο σημείο έφτανε ως το στήθος.

Στην κατασκήνωση μας περίμενε θερμή υποδοχή από όλους. Ακόμα και το ράντζο μου είχαν στήσει οι σύντροφοι που είχαν μείνει πίσω.
Σίγουρα αυτή ήταν η πιο περιπετειώδης ημέρα του RFC για εμένα!

Τελικός απολογισμός:
Κάναμε πάνω από 12 ώρες για περίπου 14 χιλιόμετρα (7 χιλιόμετρα να πάμε και άλλα τόσα να γυρίσουμε), περάσαμε το Δάσος των Μπαμπού και μπήκαμε περίπου 2 χιλιόμετρα μέσα στην περιοχή Terminator που θεωρείται ως η πιο δύσκολη του RFC.
Καλά ήταν!


Στις 3/12 οι δημοσιογράφοι του RFC 2005 πέρασαν την μέρα τους στο bivouac.

Η μέρα ξημέρωσε μέσα σε καταρρακτώδη βροχή. Τα πάντα τριγύρω μας ήταν μούσκεμα. Μέχρι το μεσημέρι δεν σταμάτησε ούτε λεπτό. Το ύψος του νερού στο ποτάμι ωστόσο έπεφτε αργά αλλά σταθερά.

Η τροπική ζούγκλα σίγουρα είναι ένα πολύ ιδιόμορφο οικοσύστημα ή τουλάχιστον έτσι φαίνεται σε έναν «τουρίστα» Ευρωπαίο σαν εμένα.
Μπορεί ο ουρανός να είναι καθαρός και ο ήλιος να λάμπει και σε 15 λεπτά να βρέχει καταρρακτωδώς. Φυσικά ισχύει και το αντίστροφο. Οι καταιγίδες είναι βίαιες και μπορεί να διαρκέσουν πάνω από μία ώρα.

Το νερό στα ποτάμια κατά την διάρκεια της ημέρας μπορεί να αυξηθεί ή να μειωθεί σε σημαντικό βαθμό. Αυτό είναι φυσικό αφού δεν προέρχεται από το λιώσιμο του χιονιού στα βουνά αλλά από την βροχή.
Την εποχή των μουσώνων η θερμοκρασία πέφτει λίγο. Τις ημέρες του αγώνα κυμαινόταν μεταξύ 23 (τα ξημερώματα) και 33 βαθμούς Κελσίου.
Κάθε νύχτα έβρεχε. Επίσης σχεδόν κάθε μεσημέρι. Γενικά όταν η ζέστη ήταν έντονη τις μεσημεριανές ώρες, καταλαβαίναμε ότι σε καμιά ώρα θα ρίχνει καρέκλες.
Η υγρασία φυσικά ήταν υψηλή ακόμα και όταν έλαμπε ο ήλιος. Δύσκολα στέγνωνε η βλάστηση. Φυσικά για το έδαφος ούτε κουβέντα. Ήταν μονίμως νωπό.

Σε αυτές τις συνθήκες η σωστή ενδυμασία βοηθάει να παραμείνεις στεγνός και δροσερός.
Τα ρούχα πρέπει να είναι ελαφρά αλλά ταυτόχρονα να καλύπτουν όσο μεγαλύτερο μέρος του σώματος είναι δυνατόν για προστασία από τα έντομα.
Το ύφασμα θα πρέπει να στεγνώνει εύκολα.

Για την προστασία από την βροχή δυστυχώς δεν βρήκα κάποια λύση. Αν φορέσεις αδιάβροχο για να μην βραχείς, με την ζέστη και την υγρασία γρήγορα από μέσα θα είσαι μούσκεμα και το αδιάβροχο θα κολλά πάνω σου. Προσωπικά όταν έβρεχε φορούσα μόνο ένα κοντό παντελόνι και προσπαθούσα να το απολαύσω, που γινόμουν μούσκεμα. Μια άλλη λύση που είδα (αλλά δεν την δοκίμασα ο ίδιος) ήταν ελαφρά ρούχα από υλικά τύπου Gore-Tex, που ενώ είναι αδιάβροχα επιτρέπουν ταυτόχρονα την αναπνοή του σώματος και ο ιδρώτας εξατμίζεται κανονικά.
Δεν ξέρω, ζεστά μου φάνηκαν.



Στο θέμα παπούτσια είδα 3 παραλλαγές-τις δοκίμασα όλες:
1.    Ορειβατικά μποτάκια που είναι θεωρητικά αδιάβροχα. Καλά ως την στιγμή που θα εισχωρήσει το νερό από πάνω. Μετά είναι άχρηστα αφού στεγνώνουν πολύ δύσκολα ειδικά όταν δεν υπάρχει χρόνος να τα αφήσεις στον ήλιο.

2.    Ελαστικές γαλότσες. Ισχύουν τα ίδια με το αδιάβροχο. Καλές αλλά το πόδι ιδρώνει και σε λίγη ώρα είναι μούσκεμα.

3.    Ψηλές μπότες από λεπτό ύφασμα (Jungle boots). Τις βρίσκεις παντού, είναι φθηνές (από 5 ευρώ) και σε προστατεύουν από φίδια και έρποντα έντομα. Καμιά απολύτως προστασία από το νερό. Μουσκεύουν αμέσως αλλά το δέρμα αναπνέει και δεν είναι τόσο ενοχλητικό. Στεγνώνουν πολύ γρήγορα, ακόμα και ενώ τις φοράς. Κατά την γνώμη μου είναι οι πιο κατάλληλες.
Γενικά πρέπει να αποδεκτείς το γεγονός ότι τα πόδια σου θα είναι συνεχώς μούσκεμα.
Οι ντόπιοι βέβαια περπατούσαν στην πυκνή βλάστηση με σαγιονάρες (!) ή εντελώς ξυπόλυτοι.

Αργά το απόγευμα η στάθμη του νερού στο ποτάμι είχε κατέβει αρκετά. Ήταν ώρα να δοκιμάσουμε να περάσουμε τα 2 αυτοκίνητα που είχαμε εγκαταλείψει τα ξημερώματα στην απέναντι όχθη.
Μας πήρε περίπου μία ώρα. Μόνες απώλειες ένας ιμάντας πρόσδεσης και ένα καπέλο που τα παρέσυρε το ρεύμα προς άγνωστη κατεύθυνση.

Λίγο πριν πέσει το φως του ήλιου, ήρθε ο Luis J.A.Wee με το ελικόπτερο.
Μας ενημέρωσε για την θέση των αγωνιζόμενων. Βρισκόντουσαν κάπου στο δάσος των μπαμπού (εκεί που είχαμε φτάσει εχθές οι 8 εθελοντές) και είχαν σταματήσει για να περάσουν την νύχτα. Αύριο το πρωί θα έκαναν μια ειδική και στην συνέχεια θα ερχόντουσαν εδώ. Οι πρώτοι αναμένονταν αύριο το απόγευμα, με μία μέρα καθυστέρηση.

Ο Luis ήταν φανερά καταβεβλημένος από την κούραση και το στρες.
Σαν επικεφαλής της διοργάνωσης δεχόταν πολλές πιέσεις και σίγουρα οι συνθήκες του φετινού αγώνα ήταν ιδιαίτερα δύσκολες. Ο καιρός είχε δημιουργήσει πολλά προβλήματα και το πρόγραμμα του αγώνα είχε πολλές αλλαγές και καθυστερήσεις.
Έπρεπε να κρατά τις ισορροπίες μεταξύ ασφάλειας και αγωνιστικής δράσης.

Έβλεπες στα μάτια του ότι θα ήθελε να βρίσκεται εκεί, μαζί με τους αγωνιζόμενους και τους X – Men αλλά ο ρόλος του απαιτούσε να γυρνά με το ελικόπτερο από το ένα σημείο του αγώνα στο άλλο και να επιλύει τα προβλήματα.
Είναι χαρισματικός χαρακτήρας και δεν είναι τυχαίο ότι αποτελεί την «βιτρίνα» του RFC. Καθώς κουβεντιάζαμε όλοι μαζί, έριξε την ιδέα να κάνουμε απόψε ένα μικρό πάρτι στο bivouac. Φυσικά συμφωνήσαμε όλοι, ειδικά όταν μας ανακοίνωσε ότι θα κερνούσε και παγωμένες μπύρες.

Το βράδυ λοιπόν μετά το καθιερωμένο πλύσιμο στο ποτάμι (σε νερό καφέ χρώματος – στην Ελλάδα ούτε το πόδι δεν θα έβαζα σε τέτοιο ποτάμι) φορέσαμε όλοι τα καλά μας (ότι πιο καθαρό διαθέταμε δηλαδή) και μαζευτήκαμε δίπλα στο αυτοκίνητο του μάγειρα (4 μέτρα πιο πέρα) για να γιορτάσουμε!

Εκεί μας περίμεναν αναμμένη φωτιά (θεωρείται πολυτέλεια στην ζούγκλα όπου τα στεγνά ξύλα είναι δυσεύρετα) και 2 ψυγεία πάγου γεμάτα κουτάκια τοπικής μπύρας (μάρκας «Tiger»). Μετά από τόσες μέρες που πίναμε μόνο ζεστό νερό, η παγωμένη μπύρα μας φάνηκε σαν σαμπάνια και το κέφι δεν άργησε να ανάψει.

Δημοσιογράφοι, οργανωτές, κριτές και θεατές γίναμε μια παρέα.

Χαλαρώσαμε ως τις πρώτες πρωινές ώρες.....


Συνεχίζεται....



Μείνετε κοντά μας, για να μάθετε τα πάντα για τον πιο δύσκολο αγώνα trophy του Κόσμου!

Θέλετε περισσότερες λεπτομέρειες ή ... να συμμετάσχετε στο RFC ;
To Off-Road.gr έχει αναλάβει την αντιπροσώπευση του RFC για την Ελλάδα. Επικοινωνήστε μαζί μας για λεπτομέρειες...  ή ρωτήστε στο Forum!

[Γιώργος Cuspid Φυτάς]


Φωτογραφίες: Off-Road.gr, Cuspid, Ruddie Khaw, Vivek Sharma



Διαβάστε ακόμα:

Rain Forest Challenge 2005: Υπέρτατη Off-Road Δοκιμασία - Πρώτο μέρος!

Rain Forest Challenge 2005: Υπέρτατη Off-Road Δοκιμασία - Δεύτερο μέρος!

Rain Forest Challenge 2005: Λίγο πρίν την εκκίνηση!









More articles

 

 


 


 
Επιλέξτε γλώσσα

ΑγγλικήΕλληνική
 


 
Google
 



[ Page created in 0.038661 seconds. ]