Off-Road.gr

Θέματα Forums Αρχεία

  · Κεντρική σελίδα

Επιλογές
· Θέματα
· Κορυφαία άρθρα
· Αγγελίες
· Αναζήτηση

-------------------------
· Συζητήσεις - Forums
· Downloads
· Σύνδεσμοι
· Λέσχες
 


Web Links
  · NoraStudio.gr
· Motobet
· Nora Agapi - Photographer
· TheWorldOffRoad.com
· Νάουσα Ημαθίας
· Qashqai Club
· Η ιστοσελίδα των Μεθάνων
· Σύλλογος Τετρακίνησης Μαγνησίας
· JimnyClub.gr
· MotoRidersClub
 

 
Οι ΝΤΟΥΡΟΥ - ΝΤΟΥΡΟΥ στο παρθένο δάσος - μέρος Α'

Από την Αθήνα, στην λίμνη Κερκίνη, μέσω Αγράφων, Πίνδου, Γράμμου, Πρέσπας, και Καϊμακτσαλάν, μόνο από χώμα, βροχή, λάσπη, GPS, ασφάλειες, σαμπρέλες, τσίπουρο, τα βασικά συστατικά και τα γνωρίσματα της διαδρομής των ΝΤΟΥΡΟΥ - ΝΤΟΥΡΟΥ


Η ιδέα να ενώσουμε τις ιδανικές διαδρομές του καθενός μας σε μια ενιαία, που περιελάμβανε ουσιαστικά την διάσχιση των βουνών από Στερεά μέχρι Ήπειρο και από κει μέχρι το Παρθένο δάσος, φάνταζε εκπληκτική.

Ο σκοπός είναι να κάνουμε το λιγότερο 160 έως 220 χλμ την ημέρα. Πάντα θα έπρεπε να χρησιμοποιούμε χωμάτινες διαδρομές και μάλιστα από τα πιο δύσκολα σημεία. Όχι βέβαια ότι θα πηγαίναμε από μονοπάτια, αλλά το πνεύμα ήταν κάπως έτσι. Πρέπει φέτος να θαφτούμε στην λάσπη!

Παρόμοια εκδρομή έχουμε ξανακάνει με τον ίδιο προορισμό, αλλά πάντα πηγαίναμε από άσφαλτο μέχρι την περιοχή του Μετσόβου και μετά μπαίναμε στο χώμα. Φέτος ξεκινήσαμε πολύ κοντύτερα στην Αθήνα και αποφασίσαμε ότι το κοντά θα πρέπει να είναι, όσο κάνουμε σε μια μέρα χωμάτινης διαδρομής και καταλήξαμε στην περιοχή της Ιτέας.

Επίσης για να γίνει πιο αντρική, δεν θα πηγαίναμε καλοκαίρι ή νωρίς το φθινόπωρο αλλά μέσα Οκτωβρίου. Έτσι ημερομηνία εκκίνησης ορίσθηκε η 13/10/1999.

Οι προβλέψεις της ΕΜΥ δεν ήταν και πολύ ενθαρρυντικές, για αυτό και έγιναν και οι κατάλληλες αγορές. Νέα αδιάβροχα μπήκαν στο πρόγραμμα και καταλήξαμε στην χρήση δύο σκηνών Salewa για κάθε ενδεχόμενο. Η προετοιμασία ξεκίνησε από την πρώτη βδομάδα του Σεπτεμβρίου. Κάθε μηχανή εξετάστηκε λεπτομερώς.

Το XR του Ανδρέα ήταν μοντέλο ’92, μια μικρή επιφύλαξη υπήρχε λόγο του ότι η τρίτη του ακουγόταν λίγο. Μετά από την κατάλληλη βόλτα και έναν έλεγχο κατά την αλλαγή λαδιών αποφασίστηκε ότι θα αντεπεξέρχονταν στις απαιτήσεις του ταξιδιού, όπως και έγινε. Το 640 του Δημήτρη είχε μόνο 10000 χλμ χωρίς προβλήματα και μία αλλαγή λαδιών, ήταν αρκετή. Το 620 του Σπύρου είχε αγοραστεί τον Ιούνιο και ξεκίναγε το ταξίδι με 5300 χλμ ύστερα από γενικό σέρβις. Το 620 τέλος του Ιωσήφ είχε 26000 χλμ και ήταν σε πολύ καλή κατάσταση.

Για να μην βρεθούμε προ απρόοπτου στο XR τοποθετήθηκε το μεγάλο ντεπόζιτο της ACERBIS των 22 λίτρών. Ο Ιωσήφ είχε μόλις παραλάβει τα καλούδια του για το 620: ένα ντεπόζιτο των 28 λίτρων και ένα road book με ηλεκτρικά μοτέρ από την Touratech. Για τον εξοπλισμό του 640 δεν υπήρχε αμφιβολία, τα καλύτερα φώτα της παρέας, με το μεγαλύτερο ντεπόζιτο. Ο Σπύρος με το 620, είχε το κανονικό ντεπόζιτο των 18 λίτρων, (16,4 όπως αποδείχτηκε στην πραγματικότητα) και το GPS III της Garmin.

Η διαδρομή αποφασίστηκε ύστερα από γενική συνεδρίαση μια Κυριακή του Σεπτεμβρίου. Χωρίσθηκε σε κομμάτια έτσι ώστε να μοιραστούν οι αποστάσεις από την Αθήνα μέχρι το Παρθένο Δάσος σε ισομεγέθη κομμάτια. Από κει και πέρα ξεκίνησε η δουλεία για την προετοιμασία των χαρτών.

Πληροφορίες από αρκετούς χάρτες ενοποιήθήκαν σε ένα με τη βοήθεια ηλεκτρονικού υπολογιστή. Μια και θα χρησιμοποιούσαμε GPS μετά την ενοποίηση έγινε επεξεργασία με ειδικό πρόγραμμα ώστε μετά από αγκίστρωση να επανατοποθετήσουμε συντεταγμένες στους χάρτες ώστε να ξέρουμε με μεγάλη προσέγγιση που ακριβώς είμαστε.

Τέλος βγήκαν αντίτυπα για όλους και ξεχωριστά μια εκτύπωση για το Road Book. Η συνολική διαδρομή αποτυπώθηκε σε 18 χαρτιά Α4. Όχι ότι περιμέναμε να μην χαθούμε, αλλά η σιγουριά ενός καλού χάρτη σου δίνει τη δυνατότητα να μπεις βαθύτερα μέσα στο βουνό.


Παρασκευή, Ημέρα 1η

Λόγω εργασίας και μία και η πρώτη μέρα περιλάμβανε ασφάλτινα χιλιόμετρα, αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε χωρίς πολύ άγχος απογευματάκι για την Ιτέα, στις 18:00. Περί τις 18:15 τηλέφωνο από τον Ιωσήφ…

Μόλις τελείωσε τις ετοιμασίες στη μηχανή και… πάει σπίτι για να ετοιμάσει τα πράγματα του ταξιδιού!!!!

Ευτυχώς που τον περιμέναμε στο στέκι της παρέας, μαζί με φίλους που θα μας ξεπροβοδίζανε. Μέχρι και την τελευταία μέρα πολλοί ήταν αυτοί που θέλανε να έρθουν μαζί μας, αλλά κανείς, όπως αποδείχτηκε, δεν ήταν προετοιμασμένος.

Ούτως ή άλλως το να συμβαδίσουν πολλά άτομα μαζί για τόσες μέρες είναι εξ ορισμού δύσκολο. Παρ’ όλες τις προετοιμασίες, ακόμα και 10 λεπτά πριν την αναχώρηση όλοι, όλο και κάτι σκαλίζανε στα μηχανάκια τους. Κανείς πάντως δεν είχε προλάβει να λαδώσει την αλυσίδα του.

Η αναχώρηση τελικά έγινε στις 20:10 με προορισμό την Ιτέα. Χαλαρά χιλιόμετρα με καλή θερμοκρασία μας προδιαθέτουν για όμορφο καιρό. Κατευθυνόμαστε μέσω της παλιάς εθνικής στην Θήβα. Μπροστά πηγαίνει ο Δημήτρης με το 640, λόγω δέσμης Φώτων, ακολουθεί ο Σπύρος και ο Ιωσήφ με τα 620 και τέλος ο Ανδρέας με το XR.

Λίγη υγρασία, στις κατηφορικές μετά την Κάζα, μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε την χαμηλή πρόσφυση που παρέχουν τα Vee Rubber στην άσφαλτό και να ζεστάνουν την ατμόσφαιρα. Μετά την αποφυγή της πρώτης χύμας στην άσφαλτο, επιφυλασσόμαστε να δούμε την απόδοση τους στο χώμα. Χωρίς κάτι αξιοσημείωτο, φτάνουμε στην Αράχοβα.

Σοκολάτες και χυμοί στο περίπτερο και πρέπει να ομολογήσω ότι ήδη έχουν ξεκινήσει τα σχόλια του στυλ: «Καλά ε… Αύριο θα σας πιω το αίμα στο χώμα… με το καλαμάκι….» «Κάτσε να πάω να σου φέρω ένα μπουρί από σόμπα μπας και δεν σε φτάνει το καλαμάκι» και πολλά άλλα του είδους.

Σβέλτα, κατεβαίνουμε μέχρι την Ιτέα, όπου καταλήγουμε σε μικρή ταβέρνα για τα απαραίτητα…. Η φαντασία οργιάζει και οι ιστορίες του καθένα βγαίνουν στην επιφάνεια για να συντροφέψουν το φαγητό.

Το μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής, έχει ξαναγίνει, αλλά το να ενώσουμε τόσα πολλά, μεμονωμένα κομμάτια, σε ένα και μάλιστα σε εποχή που προκαλούμε την τύχη μας με τον καιρό, μας έχει συναρπάσει όλους. 00:30 πια αναζητούμε μέρος για κατασκήνωση. Πολύ κίνηση και ύστερα από αρκετό ψάξιμο καταλήγουμε στην παραλία μπροστά από το εγκαταλελειμμένο Camping. Τελευταία μετακίνηση για προμήθεια νερού και ύστερα από τα απαραίτητα σχόλια μεταξύ των δύο σκηνών, για τους ενοίκους της κάθε μίας, νανάκια με τέρμα γκάζι και ιδανικές διαδρομές.


Σάββατο, Ημέρα 2η

Τελικά η προβλεπόμενη έγερση δεν έγινε στις 07:00 που λέγαμε. Κατά 09:30 ο πάντα σωστά προετοιμασμένος Ιωσήφ, θυμήθηκε να τοποθετήσει τον χάρτη της διαδρομής στο Road Book.

Πάνω που είμαστε έτοιμοι να ξεκινήσουμε, σβήνει το μηχανάκι του Δημήτρη. Όλοι οι μηχανικοί προσφέρθηκαν για βοήθεια. Η διάγνωση περιλάμβανε τις γνωστές ερωτήσεις του τύπου: - Βενζίνη έχει; - Διακόπτη άνοιξες; - Τσόκ τράβηξες; - Το γραμμάτιο το πλήρωσες;

Τελικά μετά από πολύ σπρώξιμο, αποδείχτηκε ότι έφταιγε η κεντρική ασφάλεια…(ΚΤΜ τι να πεις;) 11:00 πια και μετά τον ανεφοδιασμό, σε καύσιμα και ασφάλειες, ξεκινάμε το χωματόδρομο έξω από την Ιτέα προς Αγ. Γεώργιο με κατεύθυνση τις Καρούτες.

Ο πάντα βιαστικός Ιωσήφ, οδηγούσε το δρόμο. Πολύ σκόνη και ανυπομονούμε για λίγη βροχούλα. Χωρίς στάση, λόγο και της πρωινής καθυστέρησης, οδηγούμε σβέλτα προς Λιδωρίκι και από άσφαλτο μέχρι τη διασταύρωση προς Δάφνο, όπου ξεκινάει και η διαδρομή προς Καρπενήσι. Μια στάση για σπιτική πίτα και ορμάμε σα λυσσασμένοι να καλύψουμε την καθυστέρηση.

Ο καιρός αλλάζει απότομα και ψιλοβρόχι μας αναγκάζει να φορέσουμε αδιάβροχα. Υπερβολικός ενθουσιασμός, μας κάνει να ξεφύγουμε από την διαδρομή μας και εν μέσω κατακλυσμού καταλήγουμε να βγούμε στο χωριό Πουγκάκια. Από κει ένας παραμυθένιος χωματόδρομος, το όνειρο του κάθε εντουρά, μάλλον θα έπρεπε να γίνει πρόταση για ειδική Παγκοσμίου κλπ, μας οδηγεί στην διασταύρωση Τυμφρηστού όπου λόγω υπερβολικής βροχής, βρίσκουμε καταφύγιο σε πετρό-κτιστή στάση λεωφορείου.

Εδώ πρέπει να κάνουμε μια μικρή προσπάθεια για να σας μεταφέρουμε τα συναισθήματα μας. Ο χωματόδρομος που προηγήθηκε μας είχε μεταφέρει σε άλλο πλανήτη. Ακόμα και αν σταμάταγε εδώ η εκδρομή, ο στόχος μας θα είχε εκπληρωθεί. Ανηφορική στενή διαδρομή σε πυκνό δάσος, με διάσπαρτη κροκάλα σε κοκκινόχωμα. Ρυάκι και ξανά δάσος που σου φώναζε τέρμα γκάζι και όποιος αντέξει.

Ακόμα και το ότι είχαμε μουσκευτεί μέχρι το κόκαλο, λόγω των αδιάβροχων, που μας πούλησε γνωστό μαγαζί της Καλλιρρόης, δεν μας πτόησε κατά την διάρκεια της διαδρομής. Τώρα όμως συνειδητοποιήσαμε πόσο μούσκεμα είμαστε, στύβοντας τα ρούχα μας, ενώ έξω η βροχή συνέχισε να λυσσομανάει.

Σκέψεις να συνεχίσουμε ώστε να καλύψουμε το χαμένο χρόνο, απορρίπτονται μια και η ώρα είναι ήδη 16:30 και πρέπει να βρούμε μέρος για κατασκήνωση και να στεγνώσουμε. Ξεκινάμε με ομίχλη για τον Αγ. Νικόλαο. Στη βάση βλέπουμε τη νέα σήραγγα που θα παρακάμπτει τον Τυμφρηστό. Οι σκέψεις για κατασκήνωση μέσα στην σήραγγα απορρίπτονται από τους πιο λογικούς, λόγω του κινδύνου να μας πατήσει κάποιο μηχάνημα.

Χωριζόμαστε σε δύο ομάδες και ψάχνουμε για μέρος. Η βροχή συνεχίζει με περισσότερη ένταση και η ανάγκη για κάτι στεγνό μας οδηγεί τελικά σε οικονομικό ξενώνα με τζάκι και τσίπουρο για το βραδινό. Είμαστε μόλις στην δεύτερη βραδιά και ήδη διανυκτερεύουμε σε δωμάτιο.

Καμία σχέση με την πρωινή ζεστούλα και όλοι τα έχουν βάλει με αυτόν που είπε τη φράση: «Ωραία είναι ρε παιδία, αλλά να είχαμε και καμιά ψιλή βροχούλα, ίσα ίσα να μην έχει σκόνη» και μετά πνιγήκαμε. Όλα τα ρούχα κοντά στο τζάκι για στέγνωμα και ύπνο νωρίς νωρίς.


Κυριακή, ημέρα 3η

8:00 και μερικά ρούχα είναι ακόμα μούσκεμα. Τσάι και καφέ στα γρήγορα για να κερδίσουμε λίγο χρόνο χωρίς βροχή. Μια σύντομη επίσκεψη στο Καρπενήσι για ανεφοδιασμό κρίθηκε απαραίτητη. Πάνω που ήμασταν έτοιμοι να φύγουμε νάσου και καιει και άλλη μια ασφάλεια το 640.

Το βρισίδι για τον ηλεκτρολόγο που σχεδίασε την πλεξούδα κρίθηκε απαραίτητο μια και κάηκαν και οι επόμενες 3 ασφάλειες. Τελικά αφού ελέχθησαν τα πάντα, χωρίς να βρεθεί το παραμικρό, δέχτηκε τελικά την επόμενη ασφάλεια και καθυστερημένα επιστρέφουμε στον Αγ. Νικόλα για να συνεχίσουμε.

Η ομίχλη σύντροφός μας από εκεί μέχρι τη Δάφνη, όπου και μπαίνουμε πάλι στο χώμα. Από την αρχή της διαδρομής, ο Σπύρος κρατούσε μυστικό, ότι στο σημείο που θα περνούσαμε το Μέγδοβα υπήρχε γέφυρα, παρόλο που ο χάρτης δεν έδειχνε καν δρόμο.

Έτσι όταν φάνηκε το ποτάμι όλοι το σκεφτήκανε δύο φορές γιατί ο Μέγδοβας είχε ορμητικό ρεύμα βάθους 40-60 εκατοστά και πέρασμα 30-35 μέτρα.

Ξαναβρήκαν το χρώμα τους όμως, σαν είδαν την γέφυρα και τα αστεία του στυλ « Εγώ έτσι και αλλιώς δεν το σκεφτόμουνα καθόλου, αν δεν είχε γέφυρα θα πέρναγα από μέσα» έδιναν και έπαιρναν.

Συνεχίζουμε με καλό καιρό, την ανάβαση από παλιό δασικό προς την κορυφή, όπου ο καιρός άλλαξε απότομα πάλι, προς το χειρότερο φυσικά και πυκνή ομίχλη κάλυψε τα πάντα. Με τη βοήθεια της πέσαμε μέσα σε κοπάδι αγελάδων μετά από μια κατηφορική φουρκέτα. Χρειάσθηκαν πάνω από πέντε λεπτά να ηρεμήσουν τα πράγματα και να περάσουμε με ασφάλεια, από τις τρομαγμένες αγελάδες. Εντωμεταξύ άρχισε το ψιλοβρόχι.

Παρά την βοήθεια του GPS, μέσα στην ομίχλη τα χρειαστήκαμε γιατί το βουνό ήταν γεμάτο διασταυρώσεις που δεν οδηγούσαν πουθενά. Παρόλαυτα καταφέραμε να βρούμε τον βασικό δασικό που οδηγούσε στα Άγραφα. Με φόντο τα βουνά και χωρίς ομίχλη σταματήσαμε για κολατσιό. Τώρα που ο ήλιος είχε βγει πάλι και αρχίσαμε να στεγνώνουμε πήραμε θάρρος. Το κατέβασμα προς τα Άγραφα έγινε με περίσσιο ενθουσιασμό και ταχύτητα.

Ο δρόμος ήταν άσχημός και όχι λασπωμένος όπως περιμέναμε αλλά γεμάτος φυτευτή πέτρα και χαλίκι. Καθυστερημένοι, περάσαμε το χωρίο σαν κλέφτες και συνεχίσαμε προς την κατεύθυνση, Τρίδεντρο, Βραγγιανά, Τροβάτο. Καλοπάτημενος στενός χωματόδρομος δίπλα στο ποτάμι με πολλά γιαπ αλλά και με αγροτικά. Τα χιλιόμετρα περνάνε γρήγορα όπως και τα χωρία. Ξαφνικά ξεπροβάλουν μπροστά μας οι οδικές σήραγγες στο έργο εκτροπής του Αχελώου. Κακός δρόμος με γαρμπίλι που γλιστράει σαν γλίτσα.

Περνάμε τα τούνελ το ένα μετά το άλλο και ξαφνικά άσφαλτος στο πουθενά. Κάπου εκεί χαθήκαμε και αναγκαστήκαμε να γυρίσουμε μέχρι την αρχή της ασφάλτου και να κόψουμε πάλι από το χωματόδρομο που χανόταν αριστερά για το χωριό Πετρωτό. Ήδη έχει αρχίσει να σουρουπώνει και το 620 του Σπύρου μπήκε ρεζέρβα. Ψιλοπανικός επικρατεί και καταλήγουμε μετά από λίγο, πάνω που νυκτώνει στο Βαλκάνο.

Κατεβαίνουμε για φαγητό στο καφεζαχαροψητοπωλείο της πλατείας. Εκτός από μας, στο μαγαζί είναι μόνο 3 παππούδες. Η συζήτηση για το ταξίδι ανάβει και μικρές διακοπές γίνονται μονάχα για καταπιούμε, καμία μεγάλη μπουκιά λουκάνικου με την βοήθεια αγνού τσίπουρου. Η μέρα ήταν πολύ κουραστική, με πολλές οριακές εναλλαγές καιρού.

Είμαστε ήδη δύο γεμάτες μέρες στο βουνό και ευτυχώς κάθε βράδυ περιμένουμε την επόμενη μέρα με περισσότερη ανυπομονησία από την προηγούμενη. Το κέφι παρά τις καθυστερήσεις είναι καλό και τα αστεία δίνουν και παίρνουν. Η αλήθεια είναι ότι όπου περνάμε προκαλούμε ένα μικρό πανικό. Όσα παιδιά υπάρχουν ακόμα στα χωρία, σχηματίζουν μια ομάδα, μια και ακουγόμαστε από πολύ μακριά και εμείς δεν χάνουμε ευκαιρία για να τα ενθουσιάσουμε με ψιλοσούζες και πηδηματάκια όπου βρούμε ευκαιρία.

Η κόρνα είναι πάντα πατημένη σε τέτοιές περιπτώσεις και σίγουρα το πολύχρωμο μπουλούκι των μηχανόβιων δεν περνά απαρατήρητο. Ακόμα και οι παππούδες του καφενείου όταν ακούνε τον ενδιάμεσο προορισμό μας, το Γράμμο, δεν χάνουν την ευκαιρία να θυμηθούν τα παλιά και να ζωντανέψουν την συζήτηση στο μαγαζί.

Η ώρα περνάει όμως και δειλά-δειλά ρωτάμε αν μπορούμε να κατασκηνώσουμε κάπου κοντά. Ο φιλικός μαγαζάτορας, μας υπέδειξε την αυλή του, όπου και στήσαμε. Το βράδυ μια μικρή περιπέτεια με τις γάτες που βρήκαν παιχνίδι με τις σκηνές, μας ταλαιπώρησε αρκετά.


Δευτέρα, Ημέρα 4η

Το χάραμα είχε πολύ κρύο. Με το που έσκασε μύτη ο ήλιος σηκωθήκαμε και η θέα ήταν μαγευτική. Όλο το φαράγγι ήταν στα πόδια μας. Απολαύσαμε τον πρωινό καφέ και ετοιμαστήκαμε για αναχώρηση. Το πρόβλημα με την βενζίνη, θα το αντιμετωπίζαμε με μετάγγιση.

Ούτως η άλλως δεν βόλευε να βγούμε 30+30 χλμ από το δρόμο μας για ανεφοδιασμό, αφού θα βάζαμε αργότερα στο Μέτσοβο. Λίγο μετά το Βαλκάνο ξεκινούσε άσφαλτος με κατεύθυνση το Χαλίκι. Λίγο πριν από το χωρίο έμεινε και το 620 από βενζίνη.

Το μεγαλύτερο ρεζερβουάρ της παρέας επιστρατεύτηκε να βοηθήσει με μετάγγιση. Αμέσως μετά η ομάδα κατευθύνθηκε προς το Μέτσοβο. Η διαδρομή, έχοντας συνηθίσει και τις μοτοσικλέτες μας, ήταν πολύ γρήγορη. Ειδικά στο κατηφορικό προς το Ανήλιο με τα φυλλοβόλα ήταν θεαματικότατη. Βέβαια ήρθαμε μια δύο φορές σε δύσκολή θέση, με μερικά οχήματα υλοτόμων, αλλά μάλλον μας έκαναν χάρη, μια και στο πέρασμά τους είχαν γεμίσει το δρόμο με βαθιές ροδιές που πρόσθεταν περισσότερο ενδιαφέρον στο οδήγημα.

Σύντομα, μπήκαμε στην κεντρική πλατεία του Μετσόβου, όπου ξαναβρήκαμε τον πολιτισμό. Όλα τα πιτσιρίκια που ερχόντουσαν από το σχολείο, σταμάταγαν να κοιτάξουν τους ντούρου-ντούρου. Δυστυχώς δεν υπήρχε πολύ καιρός, για να απολαύσουμε στην πλατεία ένα καφέ και αφού κάναμε μερικά γρήγορα ψώνια για το μεσημεριανό, βρούμ για τις Μηλιές.

Ο βενζινάς στο χωρίο είναι φίλος από παλαιότερη εκδρομή. Πάνω στις χαιρετούρες ο Σπύρος ήρθε προ εκπλήξεως όταν πηγαίνοντας να ξεβιδώσει την τάπα… Ωχ… πού είναι η τάπα; Αν είναι δυνατόν…. Στο μικρό ανεφοδιασμό που έκανε στο Μέτσοβο, πάνω στον πανικό, ξέχασε να βιδώσει την τάπα και ο χάρτης δεν τον άφησε να το συνειδητοποιήσει νωρίτερα. Έτσι κάποια στιγμή ξέφυγε από το σωληνάκι και … τώρα τι κάνουμε;

Η πρώτη σκέψη για επίσκεψη στο τοπικό ξυλουργείο, όπου μας είχαν βοηθήσει και παλαιότερα απορρίφθηκε, μια και ο πάντα προνοητικός Ιωσήφ, είχε φέρει έξτρα τάπα μαζί του! «Ακούω μήνες;» ήταν η φράση του. Για τους μη γνώστες διευκρινίσεις από τον ίδιο. Ο Σπύρος πάντως του χρωστάει πέντε…

Ένα τσίπουρο για να ζεσταθούμε από τον ιδιοκτήτη και ο καιρός άρχισε πάλι να μαυρίζει με ταχύτητα. Μέχρι να βγούμε από το χωριό ήδη ψιλόβρεχε.
Η Βάλια Κάλντα (ζεστή κοιλάδα) θεωρείται από τα τελευταία καταφύγια της αρκούδας στην Ελλάδα και η σκέψη ότι θα περνάγαμε από το κέντρο της μέσω του δασικού δρόμου μας εξάπτει την φαντασία για περιπέτεια. Σίγουροι για την διαδρομή μια και είχαμε ξαναπεράσει, χαθήκαμε μέσα σε πέντε λεπτά. Επί δύο ώρες, ως συνήθως, γυρνάγαμε γύρω γύρο, πράγμα που το επιβεβαίωνε και το GPS. Νάσου και η καταιγίδα και το πράγμα έδεσε…

Ευτυχώς που συναντήσαμε και τον αλβανό και μας έστειλε από το σωστό δρόμο. Μόλις είδαμε και την πινακίδα του Δρυμού, ήμασταν σίγουροι ότι πάμε καλά. Το σχέδιο ήταν για κατασκήνωση μέσα στην ζεστή κοιλάδα. Την προηγούμενη μέρα όμως….

Έτσι βάλαμε την ουρά στα σκέλια και σαν μανιακοί, συνεχίσαμε με κατεύθυνση το Περιβόλι. Βράδιαζε, ψιλόβρεχε και η ομίχλη πήκτρα. Πραγματικά τα χρειαστήκαμε. Η αλήθεια είναι ότι τώρα γελάμε, άλλα τότε είχαμε αφήσεί την τύχη μας στο GPS. Τα τελευταία δύο χιλιόμετρα σε ευθεία πριν από το χωρίο, καλύφθηκαν σε μία ώρα με βροχή. Σε μερικά σημεία πιο γρήγορα θα πηγαίναμε με τα πόδια.

Το κρύο ήταν τσουχτερό και είμαστε μούσκεμα μέχρι το κόκαλο. Δεν μπορούμε να σας περιγράψουμε, τη έγινε με το που σκάσαμε μύτη από μια κατηφοριά στον κεντρικό δρόμο και είδαμε ψηλά τα φώτα του χωριού. Χειραψίες και συγχαρητήρια μεταξύ αλλήλων και φωνές ενθουσιασμού. Φθάνοντας στο χωρίο η γυναίκα του καφενείου τα χάσε. «Που πατε ρε παιδία με τέτοιο καιρό;»
Η πρώτη σκέψη για κατασκήνωση ήταν στην πρασιά του σχολείου… υπό βροχή. Τελικά μας βρήκε η καφετζού και μας πρότεινε μια οικοδομή, να στήσουμε τις σκηνές μέσα, τουλάχιστον να μην βρεχόμαστε.

Στο καφενείο το μόνο που είχε να φαμε ήταν ρετσίνα… Τα ήπιαμε με άδειο στομάχι, να πάνε κάτω τα φαρμάκια και επιμηκύναμε το χρόνο παραμονής στο καφενείο για να στεγνώσουν τα ρούχα μας. Ζεστοί και σχετικά στεγνοί με ανανεωμένο ηθικό επιστρέψαμε για ύπνο.


Τρίτη, Ημέρα 5η

Ξυπνήσαμε από την δυνατή βροχή. Η πρώτη διαπίστωση ήταν ότι το σημείο όπου λέγαμε να κατασκηνώσουμε εχθές το βράδυ είχε πλημμυρίσει με 2-3 πόντους νερό. Επίσης στην περιοχή εκείνη, είχαν κάνει κατάληψη οι αγελάδες της περιοχής.

Ευτυχώς που στήσαμε μέσα στην οικοδομή. Το πρόβλημα τώρα ήταν ότι η βροχή ήταν πολύ δυνατή και κάθε προσπάθεια να ξεκινήσουμε άμεσα ήταν μάταιη.

Έτσι μαζέψαμε τα πράγματα και φορώντας τα κράνη τα φορτώσαμε και περιμέναμε να ηρέμηση λίγο ο καιρός. Η αστραπές έδιναν και έπαιρναν και κάποια στιγμή το γύρισε σε χονδρό χαλάζι. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα όλη η περιοχή γέμισε με μικρά μπαλάκια. Η ώρα είχε πάει 11:00 και εμείς ακόμα ήμασταν μέσα στην οικοδομή.

Τελικά πήραμε την απόφαση, ότι αφού η βροχή δεν έλεγε να σταματήσει, θα φεύγαμε όπως ήμασταν. Έλα όμως που ο Δημήτρης είχε ξεχάσει τα κλειδιά της μηχανής μέσα στην σκηνή, όπως αποδείχτηκε αργότερα, την οποία είχε επιμελώς πακετάρει και φορτώσει ήδη στην μηχανή!

Μέχρι να βρει τα κλειδιά, ο Σπύρος πετάχτηκε για οδηγίες στο καφενείο. Θέλαμε το χωματόδρομο που οδηγούσε από το Περιβόλι στο Δίστρατο. Ο κυνηγός που βρήκαμε στο καφενείο μας είπε να το ξεχάσουμε, γιατί εκτός ότι είναι εγκαταλελειμμένος από χρόνια, θα είχε φούσκωση το ποτάμι και αρνήθηκε να μας δώσει οποιαδήποτε σχετική πληροφορία.

Αντιθέτως μας επέδειξε τον νέο ασφαλτοστρωμένο που έκανε το γύρο και πήγαινε από πίσω από το βουνό. Έτσι, λόγω και της βροχής, είπαμε να ακολουθήσουμε την συμβουλή του και κατηφορίσαμε προς τα κάτω. Μόλις περάσαμε το ποτάμι, 500 μέτρα μετά το χωρίο, το XR έσβησε μέσα στην βροχή και τη λάσπή και δεν έλεγε να πάρει.

Όλοι βαλαν ένα ποδαράκι στην μανιβέλα και προσπάθειες για να στεγνώσουμε το μπουζο-καλώδιο που νομίζαμε ότι έφταιγε απέβησαν άκαρπές. Τελικά, μετά από λίγο και αφού το σπρώξαμε πάνω σε μια ανηφόρα για να το βάλουμε μπροστά στην κατηφόρα, κάποιος, ευτυχώς, τσέκαρε αν είναι ανοιχτή η βενζίνη…

Ήμασταν πάλι μούσκεμα μέχρι το κόκαλο και καταλασπωμένοι. Σε μια τρέλα της στιγμής, αποφασίσαμε να γυρίσουμε πίσω και να ψάξουμε μόνοι μας για το δρόμο προς το Δίστρατο. Το καλό ήταν ότι μόλις απομακρυνθήκαμε 3-4 χιλιόμετρα από το χωρίο η βροχή σταμάτησε εντελώς και εμφανίστηκε ένας ζεστός ήλιος που αναπτέρωσε το ηθικό μας.

Με τη βοήθεια του GPS, χωθήκαμε σε ένα παλιό δρόμο και αρχίσαμε να εξερευνούμε τα διάφορα περάσματα. Μετά από 1 ώρα ήμασταν, σύμφωνα πάντα με το GPS, σε απόσταση 3 χιλιομέτρων σε ευθεία από το Δίστρατο, αλλά ο χορταριασμένος δρόμος κοβόταν χωρίς συνέχεια. Ήδη είχαμε όλοι τις στιγμές μας στα διάφορα σημεία όπου η πλαγία είχε σαρίσει και έτσι ξεκινήσαμε για πίσω. Στα 400 περίπου μέτρα βρήκαμε ένα μονοπάτι που κατέβαινε προς τα κάτω και αποφασίσαμε σε μια τελευταία προσπάθεια να κατεβούμε, χωρίς να είμαστε σίγουροι ότι αν χρειαζόταν, θα μπορούσαμε να το ξανανεβούμε.

Ύστερα από λίγο βρεθήκαμε στην κοίτη ενός ρυακιού που είχε παρασύρει το μονοπάτι και έτσι με τα πόδια περάσαμε απέναντι και ψάξαμε για τη συνέχεια του. Πράγματι βρέθηκε η συνέχεια και μάλιστα ήταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση από αυτό που κατεβήκαμε. Πεζοί περάσαμε με προσοχή τις κροκάλες και το νερό και μετά ανηφορήσαμε προς τα πάνω. Σύντομα, βρεθήκαμε σε πολύ καλύτερο χαραγμένο χωματόδρομο και μετά από λίγο βγήκαμε στο Δίστρατο.

Η ικανοποίηση μας δεν περιγραφόταν και το γιορτάσαμε με τα τελευταία κομμάτια σοκολάτας. Τις τελευταίες 3 ώρες είχαμε κάνει μόνο 34 χιλιόμετρα, άλλα 34 χιλιόμετρα εξερευνώντας μονοπάτια μέσα σε πυκνότατο δάσος με λάσπη, πέτρες και τυφλές λακκούβες, κρυμμένες κάτω από χόρτα. Για τούμπες δεν το συζητάμε.

Η διαδρομή από δω και μέχρι την Κόνιτσα, ήταν καλοπατημένος χωματόδρομος και άσφαλτος. Πάνω που ήμασταν έτοιμοι να ξεκινήσουμε, τσαφ, η ασφάλεια ξαναθυμήθηκε το 640. Είχαμε γίνει εξπέρ πια. Σε πέντε λεπτά τα πάντα ήταν έτοιμα. Τα πράγματα είχαν ξεφορτωθεί ή σέλα είχε βγει η ασφάλεια είχε αλλαχθεί δις και αφού ξαναμοντάραμε και φορτώσαμε ήμασταν έτοιμοι.

 (Εδώ θα πρέπει να προσθέσουμε ότι δια μαγείας η ασφάλεια καιγόταν ή αποφάσιζε να δουλέψει. Είχαμε καταλάβει ότι κάπου γινόταν βραχυκύκλωμα αλλά θα το φτιάχναμε όταν θα χάλαγε τελείως!!!)

Τα υπόλοιπα χιλιόμετρα έφυγαν γρήγορα και με την βοήθεια του ζεστού ήλιου μπήκαμε στην Κόνιτσα για ανεφοδιασμό. Στο βενζινάδικο μια πρόχειρη ματιά στα σε λάδια νερά κλπ έδειξε ότι όλα πανε καλά.

Η πλάκα ήταν ότι στην Κόνιτσα είχε να βρέξει μια βδομάδα και ο βενζινας έκπληκτος μας ρωτούσε από πού ήρθαμε έτσι λασπωμένοι. Προσπαθώντας να προλάβουμε το χρόνο, ξεκινήσαμε χωρίς πολλά πολλά για τον Αμάραντο.

Εξ άλλου είχαμε ξεσυνηθίσει τον κόσμο και προτιμούσαμε να βρεθούμε όσο γινόταν πιο γρήγορα μακριά από την άσφαλτο και μέσα στο δάσος. Για κακή μας τύχη αμέσως μετά την διασταύρωση προς τον Αμάραντο προσπεράσαμε σαν παλαβοί σε μια στροφή ένα στρατιωτικό τζιπ.

Φθάνοντας στον Αμάραντο λοιπόν τέσσερις στρατιώτες είχαν στήσει οδόφραγμα με βαρέλία.
«Τι έγινε βρε παιδία, για μας είναι όλα αυτά;»
«Περάσατε ένα τζιπ κάτω και μέσα ήταν ο λοχαγός μας, ο οποίος μας είπε ότι: έρχονται κάτι κροσάδες για σταματήστε τους μέχρι νάρθω»

Για να μην τα πολυλογούμε ο λοχαγός ήταν αποφασισμένος να μας τη χαλάσει γιατί εκτός από ταυτότητες και λεπτομέρειες για το που πάμε, τι φάγαμε, πότε κατουρήσαμε και άλλα του είδους, μας είπε ότι δεν είναι περιοχή εδώ να κυκλοφορούμε και ότι πρέπει να πάμε από την άσφαλτο στην Καστοριά κλπ.

Η γρήγορη σκέψη να την κάνουμε από τα δεξιά μέσα από τα χωράφια, απορρίφθηκε στα γρήγορα γιατί δεν θέλαμε και πολλά μπλεξίματα. Η πλάκα ήταν ότι όταν έμαθε ότι θα πάμε στο Γράμμο κόντεψε να του έρθει κόλπος.
«Δεν υπάρχει δρόμος και έτσι κι αλλίως απαγορεύεται κλπ κλπ»
«Μα έχουμε ξαναπάει πολλές φορές και βγαίνει στο μνημείο και από κει στην Αετομηλίτσα»
«Αυτό που σας λεω και ούτε να το σκεφτείτε γιατί θα δώσω σήμα να σας μαζέψουν»

Ο Σπύρος κόντεψε να σκάσει από το κακό του και έφυγε σαν παλαβός. Τελικά όταν όλοι φθάσαμε στην διασταύρωση με τον κεντρικό δρόμο, συμφωνήσαμε να γράψουμε κανονικότατα τον καθυστερημένο λοχαγό και να πάμε για το βράδυ στην Πυρσσόγιαννη από άσφάλτο και αύριο το πρωί να συνεχίζαμε προς το μνημείο.

Φθάνοντας στην Πυρσόγιαννη προσπαθήσαμε, αρχικός, να δώσουμε όσο λιγότερο στόχο μπορούμε. Αλλά ρωτώντας στο Αστυνομικό τμήμα αν υπήρχε πρόβλημα να κατασκηνώσουμε κάπου κοντά, οι φιλικότατοι άνθρωποι διέλυσαν κάθε ενδοιασμό μας λέγοντας μας να κατασκηνώσουμε μπροστά στο τμήμα για να ήμαστε ήσυχοι.

Σε σχετική ερώτηση για το πού θα ήταν καλύτερα να φαμε ήρθε η απάντηση:
«Ο κάτω είναι βρομιάρης και ο πάνω είναι κλέφτης!»
Τελικά φάγαμε στο βρομιάρη ο οποίος αποδείχτηκε και κλέφτης συν της άλλης. Στο μαγαζί ήταν και μια παρέα παλαίμαχων ανταρτών και άνοιξε μεγάλη συζήτηση, με αφορμή την επίσκεψή μας στο μνημείο, για τα κακά του εμφυλίου. Κάτι το κρασί κάτι τα τραγούδια, να και ο αγώνας μπάσκετ, η ώρα πέρασε ευχάριστα και ζαλισμένοι πέσαμε σαν πέτρες για ύπνο.

Τετάρτη, Ημέρα 6η

Ζεστό ξύπνημα, πακετάρισμα και απόλαυση πρωινού στον βρωμιάρη. Οι δύο ποδοσφαιρόφιλοι της ομάδας μετά τον αγώνα μπάσκετ και αφού είχαμε ήδη πέσει για ύπνο, επίστρεψαν κρυφά, στο μαγαζί όπου και ξενύχτησαν για τον βραδυνό αγώνα. Τώρα όμως ήταν σε κακά χάλια.

Με τα πολλά και αφού αποφύγαμε την πρόσκληση ενός κυνηγού για να πάρουμε τον δρόμο που θα μας έβγαζε στην άλλη πλευρά των συνόρων μέσα στο Αλβανικό έδαφος σε γνωστή λίμνη, ο Ανδρέας έβαλε το XR μπροστά και έφυγε να το ζεστάνει.

Η ώρα περνούσε όμως και δεν έλεγε να φανεί. Τελικά πήραμε τον δρόμο προς τα πίσω και τον βρήκαμε μούσκεμα στον ιδρώτα να προσπαθεί να βάλει μπροστά. Μετά από 20 λεπτά και αφού έχουμε λύση σελά και ετοιμαζόμαστε να βγάλουμε το ντεπόζιτο, ανακαλύπτουμε πάλι, ότι δεν είχε ανοίξει την βενζίνη.

Το σχετικό κατσάδιασμα και το XR πήρε με την πρώτη. Βούρμπιανη και στο Γοργοποταμό δεξιά σε κρυφό δρομάκι που μας είχαν δείξει από παλιά, που οδηγούσε χωρίς να περάσεις από τον έλεγχο στο Πληκάτι, στον βασικό δασικό του μνημείου. Από υπερβολική εμπιστοσύνη, πάλι, στις γνώσεις μας του δρόμου, χαθήκαμε 2 χιλιόμετρα πριν το μνημείο σε παραπλήσιο δρόμο.

Τελικά μετά από 30 λεπτά φτάσαμε στο μνημείο. Το GPS έδειχνε 2170 και το κρύο ήταν αρκετό. Σύντομο κολατσιό στο εκκλησάκι στο πίσω μέρος και μετά αρχίσαμε να κατηφορίζουμε τον εγκαταλελειμμένο δρόμο προς την Αετομηλίτσα.

Δρόμος γεμάτος κροκάλα κατεστραμμένος σε πολλά σημεία από σαρίσματα. Σε λίγο ένα παραμυθένιο δάσος μας μαγεύει με το φύλλωμα του και σταματάμε για φωτογραφίες και παιχνίδι μέσα στα δέντρα. Στην είσοδο του χωριού το φυλάκιο σε γενική αναταραχή.
«Τι έγινε βρε παιδιά;», ρωτάμε τους φαντάρους.
«Περιμένουμε το λοχαγό μας από την Κόνιτσα που έρχεται με τα εφόδια»
Έκπληκτοι μας βλέπουν να σκαμε στα γέλια λέγοντας, ότι θα έχει πλάκα να είναι ο χθεσινός χοντρός.

Αποφασίζουμε να περιμένουμε για να δούμε τι θα γίνει. Οι φαντάροι στην σειρά και εμείς να κάνουμε γύρους με τα μηχανάκια μπροστά στο φυλάκιο. Η έκπληξη του λοχαγού ήταν χαρακτηριστική. Ο οδηγός του ίσα που κρατιόταν από τα γέλια.
«Μα καλά δεν σας είπα να μην γυρνάτε στην περιοχή».
«Κυρ λοχαγέ, είχατε δίκιο, κάπου χαθήκαμε χθες το βράδυ και περάσαμε την νύκτα στην λίμνη από την πλευρά της Αλβανίας» του είπαμε και φύγαμε.

1,5 χλμ μετά την Αετομηλίτσα κόβουμε αριστερά στο μονοπάτι που οδηγεί μέσα από τις πλαγιές και το πυκνό δάσος στην διασταύρωση του Γράμμου, χωρίς να χρειάζεται να κάνουμε κύκλο από τον κανονικό χωματόδρομο.

Το μονοπάτι χρησιμοποιείται από βοσκούς με τα ζώα τους και όχι από αυτοκίνητα. Μετά από 1 ώρα βγαίνουμε σε μια λίμνη μέσα στο δάσος και συνεχίζοντας συναντάμε το δρόμο του Γράμμου όπου και φθάνουμε μετά από λίγο.

Το χωριό ξανακτίζεται από πέρσι αλλά προς το παρόν μόνο η εκκλησία και το καφενείο υπάρχει. Εκτός βέβαια από τους φαντάρους που μένουν όλο το χρόνο πλέον στο χωριό. Η ώρα περνάει όμως και μια κι ο καιρός είναι καλός τέρμα γκάζι με κατεύθυνση τη Σλημνίτσα.

Στο εγκαταλελειμμένο χωριό το μόνο που υπάρχει πια σε ζωή είναι το φυλάκιο με την ομάδα καταδρομέων. Χαιρετισμός με σούζες και επεφημείες από τα παιδία, μας αναπτερώνουν το ηθικό. Το μοιραίο έγινε 4 χιλιόμετρα πριν τη Διποταμία.

Το πίσω λάστιχο του 640, δέχτηκε σοβαρότατο πλήγμα από μια πρόκα τετραγωνικής διατομής. Μέχρι να το καταλάβει ο Δημήτρης η σαμπρέλα είχε ήδη ξεσκιστεί, οπότε και το fast δεν μπόρεσε να βοηθήσει. Μερικά χιλιόμετρα με την βοήθεια της κόντρας, μέχρι να φθάσουμε στην αυλή μιας εκκλησίας, όπου και τοποθετούμε ανταλλακτική σαμπρέλα.

Σπύρος: «Δημήτρη δώσε τώρα την τρόμπα να φουσκώσουμε το λάστιχο»
Δημήτρης: «Εγώ δεν έφερα την δικιά μου, γιατί θα έπαιρνε ο Ιωσήφ την δικιά του»
Ιωσήφ: «Να πάρε την τρόμπα μου, αλλά ξέχασα να πάρω καινούργιο λαστιχάκι για την βαλβίδα και το παλιό είναι ξεσκισμένο»

Τελικά μετά από 10 λεπτά, ο Σπύρος παίρνει το τροχό με κατεύθυνση το βενζινάδικο που ξέραμε ότι υπήρχε ύστερα από 15 χιλιόμετρα. Το άσχημο ήταν ότι στο βενζινάδικο ο Σπύρος ανακάλυψε ότι η σαμπρέλα είχε πρόβλημα στην βαλβίδα και δεν φούσκωνε.

Πάλι πίσω, μοντάρισμα τροχού και αποφασίζουμε να κάνουμε τα 30 χιλιόμετρα μέχρι τη Μεσοποταμία, όπου υπήρχε βουλκανιζατέρ, με το λάστιχο πίτα. Τα πράγματα του Δημήτρη τα μοιράσαμε στα άλλα μηχανάκια.

Τα κιλά όμως του 640, είναι αρκετά, έτσι σταματήσαμε και ξεμοντάραμε τον τροχό στην Οινόη. Με ταχύτητα, κατευθυνθήκαμε στην Μεσοποταμία, όπου το μοναδικό βουλκανιζατέρ, δεν έφτιαχνε λάστιχα μοτοσικλετών και μας είπε να πάμε στην Καστοριά. Αύριο το πρωί όμως, γιατί τώρα θα ήταν κλειστά.

Τελικά, ύστερα από πολύ ψάξιμό, βρήκαμε νέα σαμπρέλα, σε ποδηλατάδικο αγωνιζόμενου. Μοντάρισμα ξανά, φούσκωμα, αγοράσαμε και έξτρα λαστιχάκι για την τρόμπα και επιστρέψαμε, βράδυ πια, στο Δημήτρη. Έχοντας χάσει πολύ χρόνο, καταλήξαμε για βραδινό στη Μεσοποταμία, όπου και κατασκηνώσαμε, με πολύ καλό καιρό, ευτυχώς.




Πέμπτη, Ημέρα 7η


Το ξυπνητήρι από το κινητό του Ιωσήφ κτύπησε στις 05:45. Έχουμε χάσει πολύ χρόνο και πρέπει να καλύψουμε διαδρομή. Χωρίς πρωινό και πραγματικά γρήγορα, κατευθυνόμαστε προς Ιέροπηγη από άσφαλτο και μετά ακολουθούμε το χωματόδρομο μέχρι την Κρυσταλοπηγή.

Μικρού ενδιαφέροντος διαδρομή που πραγματικά θα μπορούσαμε να είχαμε αποφύγει. Ψιλοβρόχι και πολύ κρύο μας αναγκάζει να φορέσουμε εκτός από τα αδιάβροχα ότι άλλο ρούχο είχαμε εύκαιρο.

Έχουμε αποφασίσει να κάνουμε πολύ άσφαλτο σήμερα, για να καλύψούμε χιλιόμετρα μέχρι την Κερκίνη. Στη διασταύρωση όμως με τις Πρέσπες, εντέλει, ύστερα από συζήτηση με τους τοπικούς συνοριοφύλακες, αποφασίζουμε να ακολουθήσουμε το χωματόδρομο από τον Άγιο Γερμανό προς Κρατερό, όπως αρχικά είχαμε υπολογίσει.

Φθάνοντας στον Αγ. Γερμανό η βροχή έχει σταματήσει και ο ήλιος έχει ζεστάνει την περιοχή. Σύντομή στάση στο καφενείο και ο Ανδρέας ανακοινώνει σοβαρό πρόβλημα με το στομάχι του. Ύστερα από μικρή συνεννόηση, αποφασίζει να ακολουθήσει την άσφαλτο μέχρι το χωριό Όρμα, στο Καϊμακτσαλάν, όπου και θα τον βρίσκαμε το απόγεμα, με την ελπίδα να στρώσει το στομάχι του.

Μειωμένοι κατά ένα άτομο και με καλό καιρό, ακολουθούμε την διαδρομή που μέσω της κορυφής Βαρνούς οδηγεί στο Κρατερό. Αν ποτε βρεθείτε στην περιοχή μην διστάσετε να κάνετε αυτή τη διαδρομή.

Ο δρόμος είναι πραγματικά δίπλα στα σύνορα χωρίς πολλές διασταυρώσεις μέχρι το χωρίο. Από κει συνεχίσαμε μέχρι Νίκη από άσφαλτο. Ρωτώντας μας δείξανε το δρόμο πού πηγαίνει από πυραμίδα προς πυραμίδα μέχρι τη Μελίτη.

Σε ένα σημείο χάσαμε τα χνάρια του και από φόβο να μην περάσουμε τα σύνορα, με τη βοήθεια του GPS κόψαμε ευθεία μέχρι που συναντήσαμε το κεντρικό δρόμο δίπλα στη Μελίτη.

Από κει ακολουθήσαμε το ποτάμι, όπου και σε ένα από τα πολλά περάσματα, μέσα, ο Σπύρος είχε τη στιγμή του. Ευτυχώς που είχε ακόμα ήλιο. Από το Σκοπό, πήραμε το χωματόδρομο που θα μας οδηγούσε στη κορυφή του Βόρα και μετά στην Όρμα. Τα πράγματα όμως δεν ήταν τόσο απλά.

Στο Καϊμακτσαλάν οι δρόμοι είναι σαν λαβύρινθος και τέτοια εποχή δεν κυκλοφορεί πολύς κόσμος. Από το ένα χάσιμο πηγαίναμε στο άλλο μια και το GPS μόνο γενικές κατευθύνσεις μπορούσε να μας δώσει. Μετά από δύο ώρες και έχοντας κάνει 45 χιλιόμετρα είμαστε κάπου κοντά στο κεντρικό δρόμο που οδηγούσε στο χιονοδρομικό, αλλά έπεσε πηχτή ομίχλη και δεν μπορούσαμε να δούμε τίποτα.

Από ένστικτο διαλέξαμε μια πορεία, που ελπίζαμε να βγάζει στον κεντρικό δρόμο. Ύστερα από 20 λεπτά συνεχούς κατεβάσματος και αμφιβολιών, μέσα στην ομίχλη, φάνηκε το πίσω μέρος από ένα τρακτέρ. Σωθήκαμε…

Το παιδί που οδηγούσε, μας έδωσε κατεύθυνση αλλά μας είπε ότι δεν ήξερε για τον δρόμο που οδηγούσε από το χιονοδρομικό στην Όρμα. Αποφασίσαμε αρχικά να ακολουθήσουμε τις οδηγίες του, αλλά ύστερα από λίγο σε μια διασταύρωση, εμπιστευτήκαμε το GPS και πήραμε αριστερά, όπου και αρχίσαμε να κατεβαίνουμε.

Βροχή ξεκίνησε μόλις καθάρισε η ομίχλη και το κρύο ήταν τσουχτερό. Λάσπη και πολλές λακκούβες άρχισαν να μας ταλαιπωρούν. Πάλι μούσκεμα και χωρίς να ξέρουμε ακριβώς που πάμε. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει όταν συναντήσαμε ένα τζιπ που ανέβαινε αντίθετα και μας πληροφόρησε ότι ερχόταν από την Όρμα.

Ο Ανδρέας, είχε ήδη φθάσει στο χωρίο και είχε γίνει το πρόσωπο της ημέρας. Μάλιστα μερικά πιτσιρίκια μας περίμεναν μπροστά στο βενζινάδικο μαζί του. Ο κακομοίρης ήταν και αυτός σε κακά χάλια και έτσι η απόφαση πάρθηκε γρήγορα και επιλέξαμε για δεύτερη φορά την διανυκτέρευση σε ξενώνα. Εκτός από τον Ανδρέα και ο Σπύρος είχε ήδη πυρετό. Ζεστό μπάνιο μετά από 4 βράδια μας αναζωογόνησε λιγάκι και οι άρρωστοι χουχουλιάσανε στις κουβέρτες ενώ οι δύο ποδοσφαιρόφιλοι πήγαν στο καφενείο του χωριού για δούνε τον αγώνα.


Παρασκευή, ημέρα 8η

Ξύπνημα 9:30. Η βροχή δεν σταμάτησε όλο το βράδυ και ακόμα συνεχίζει. Ο Σπύρος μετά από καλό ύπνο ανάκαμψε. Του Ανδρέα όμως το στομάχι συνέχιζε να διαμαρτύρεται και για συμπαράσταση φαίνεται ότι αποφάσισε να του κάνει παρέα και το στομάχι του Δημήτρη.

Ήδη Δημήτρης και Ανδρέας έχουν αποφασίσει να γυρίσουν πίσω. Ο Σπύρος και ο Ιωσήφ αποφασίζουν να συνεχίσουν και έτσι αφήνουν τα παιδία πίσω, που θα ξεκινούσαν αργότερα για Αθήνα.

Με απόφαση να προλάβουμε να φτάσουμε στον τελικό προορισμό, παρακάμπτουμε το υπόλοιπο Καϊμακτσαλάν και συνεχίζουμε από άσφαλτο. Ούτως η άλλως η βροχή δε λεει να σταματήσει και δεν υπάρχει λόγος να το παρακάνουμε τώρα πια.

Μέσα σε 30 λεπτά ήμαστε μούσκεμα μέχρι το κόκαλο και απογοητευμένοι προχωρούμε με ελπίδα να σταματήσει η βροχή μόλις περάσουμε και το Πάικο. Αριδαία, Φουστάνη, Νότια, Σκρά, Φανός και καταλήγοντας στη πεδιάδα στο Πολύκαστρο η βροχή δεν έχει ακόμα σταματήσει.

Ακολουθούμε το χωματόδρομο για λίγο μέχρι το χωρίο Βαλτούδι και μετά σε ευθεία μέχρι τον Ακρίτα. Για λάσπη δεν το συζητάμε, θεωρούμε, ότι έχουμε φαει αρκετά για την υπόλοιπη χρονιά. Τελικά φτάνοντας στο τελωνείο της Δοϊράνης, βρίσκουμε καταφύγιο στο υπόστεγο του.

Τα πάντα στάζουν και παρά τη λάσπη που φάγαμε τα μηχανάκια έχουν ήδη καθαριστεί μέσα στα τελευταία 2 χιλιόμετρα ασφάλτου.

«Ε δεν είστε καλά τελικά εσείς» ήταν η φράση του τελωνειακού μόλις του είπαμε από πού ερχόμαστε και προς τα πού πηγαίναμε. Αφού στύψαμε καλά – καλά τα ρούχα μας, τα ξαναφορέσαμε και ξεκινήσαμε αποφασισμένοι να φτάσουμε στη Κέρκίνη για το βράδυ.

Η ώρα ήταν 15:30 όταν σταματήσαμε για βενζίνη και με μια ματιά αποφασίζουμε να πάρουμε και εμείς το δρόμο για την επιστροφή. Η βροχή μας συντρόφεψε μέχρι τη Θεσσαλονίκη όπου ο Ιωσήφ αποφάσισε να μείνει για το βράδυ ενώ ο Σπύρος συνέχισε, αφού αγόρασε νιτσεράδες και άλλαξε με στεγνά ρούχα, για την Αθήνα.

Κάτι σαν επίλογος
Μπορεί να μην φθάσαμε στον τελικό προορισμό, αλλά όλες αυτές οι μέρες που περάσαμε μαζί στο βουνό μας έδεσαν σαν φίλους και γέμισαν τις μπαταρίες του οργανισμού μας για όλο το υπόλοιπο χρονικό διάστημα, μέχρι να ξανακάνουμε του χρόνου, την ίδια διαδρομή, ξεκινώντας ανάποδα αυτή τη φορά από το βορά προς το νότο.



Παραλειπόμενα


- Το ποσοστό λάθους υπολογισμού στα ημερήσια χιλιόμετρα έφθασε το 15%. Και κανονικά να πηγαίναμε ήταν πολλά τα χιλιόμετρα ανά μέρα που είχαμε υπολογίσει.

- Το ποσοστό που πέσαμε σταματημένοι, γιατί δεν βρίσκαμε να πατήσουμε, ξεπέρασε το 80%, προσοχή λοιπόν που πατάτε!

- Όλες αυτές τις μέρες δεν συναντήσαμε ούτε ένα ξέμπαρκο αλβανό στο δρόμο. Ο μοναδικός μοναχικός που συναντήσαμε ήταν βοσκός, έξω από τη Βάλια Κάλντα

- Ο Ιωσήφ γέμισε όλη την Ελλάδα με αυτοκόλλητα ΚΤΜ

- Ο Ανδρέας δεν έλεγε να συνηθίσει το ντεπόζιτο που του έδωσε ο Σπύρος λίγο πρίν την εκδρομή. Έτσι ή ξεκίναγε το πρωί και σε 5’ σπρώχναμε μέχρι να ανοίξουμε την βαλβίδα της βενζίνης ή όταν έμενε και πίστευε ότι θα γυρνούσε ρεζέρβα ανακάλυπτε ότι ήταν ήδη σε αυτήν και συμπληρώναμε

- Τα καλύτερα αλματάκια, σα συνολική εμφάνιση, τα έκανε το 640!

- Το πιο οικονομικό μηχανάκι ήταν το XR

- Τα πιο όμορφα μέρη ήταν στα σημεία που χαθήκαμε

- Το πιο άσχημο μέρος όλης της διαδρομής ήταν το κομμάτι Ιεροπηγής – Κρυσταλοπηγής

- Το 640 έκαιγε τις ασφάλειες όποτε ήταν σε μέρος με πολύ κόσμο, λέτε να ντρεπόταν;

- Οι πίτες των μανάδων μας, παρόλο που θεωρήθηκαν βάρος αρχικά, έγιναν ανάρπαστες σε κάθε στάση

- Κάθε χρόνο κάνουμε περίπου τη διαδρομή αυτή, με καλύτερες μηχανές και κάθε χρόνο κάνουμε και λιγότερα χιλιόμετρα στο ίδιο χρονικό διάστημα!

Ευχαριστούμε, θερμά το περιοδικό MOTORSPORT και τον κ. Παπανδρέου για την άδεια δημοσίευσης του άρθρου. Μείνετε κοντά μας, έχει και συνέχεια!


More articles

 

 


 


 
Επιλέξτε γλώσσα

ΑγγλικήΕλληνική
 


 
Google
 



[ Page created in 0.029166 seconds. ]